Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Μήτσος Σταυρακάκης: Ενας αντάρτης της ζωής και της ποίησης

Μήτσος Σταυρακάκης: πηγη : www.patris.gr Ημερομηνία δημοσίευσης:28/7/2008
Μήτσος Σταυρακάκης
Μήτσος Σταυρακάκης: Ενας αντάρτης της ζωής και της ποίησης

Του Νίκου Πετράκη*

Ο Μήτσος Σταυρακάκης είναι ένας διακεκριμένος αγωνιστής, λογοτέχνης και μουσικός της Κρήτης, ένας άνθρωπος και καλλιτέχνης ασυνήθιστος, ανήσυχος, γωνιώδης, -και αγωνιώδης- με χαρακτηριστικές και έντονες ιδιοτυπίες, που τον κάνουν να ξεχωρίζει.
Το λογοτεχνικό του έργο και την προσωπικότητα του θα προσπαθήσω να προσεγγίσω με τη μικρή αυτή εισήγηση.
Ο Μ.Σ ανήκει σ΄ ένα πλατύ ποτάμι.
Εκείνο της μακραίωνης ποιητικής παράδοσης της Κρήτης που ξεκινάει από τα ύστερα Βυζαντινά χρόνια με τα ακριτικά ποιήματα, κορυφώνεται με τη λογοτεχνία της ακμής της Κρητικής Αναγέννησης, με κορυφαίο εκπρόσωπο τον Βιτσέτζο Κορνάρο, περνάει από το ριζίτικο τραγούδι και φτάνει στις μέρες μας με το Κωστή Φραγκούλη και άλλους άξιους δημιουργούς.
Ο Μ.Σ κατέχει μια υψηλή, μια κορυφαία θέση στον χώρο αυτό, είναι ένας χρυσός κρίκος στην μεγάλη αλυσίδα της νεότερης ποιητικής παράδοσης της Κρήτης.
Ας δούμε, λοιπόν, λίγα βασικά πράγματα από τη ζωή και το έργο του.
Ο Μ.Σ γεννήθηκε στα Αρμανώγεια Μονοφατσίου το 1947 από γονείς Ανωγειανούς.
Έζησε, έτσι, τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια σε μια εποχή δύσκολη αλλά και μέσα σ΄ ένα κόσμο συναρπαστικό.
Στην αγκαλιά μιας μεγάλης παραδοσιακής οικογένειας της Κρήτης, στο περιβάλλον μιας ακμαίας αγροτοκτηνοτροφικής κοινωνίας, στη φύση ενός μυθικού, ενός μαγικού, βουνού, του Ψηλορείτη, στην καρδιά ενός μεγάλου και πλούσιου λαϊκού πολιτισμού. Και βέβαια μέσα σ’ αποκαΐδια των Ανωγείων και τις πληγές του πολέμου και μέσα στις διηγήσεις των παθημάτων και των αγώνων του κρητικού λαού για την ελευθερία.
Έζησα, λέει ο ίδιος, υπογραμμίζοντας την πολιτιστική διάσταση των πραγμάτων « σ΄ ένα περιβάλλον όπου οι μερακλήδες, οι καλοί τραγουδιστές και οι καλοί μαντιναδολόγοι ήταν κοινωνικά πρότυπα για τους νέους της εποχής».
Ποια είναι, άραγε, σήμερα τα πρότυπα αυτά;
Αυτοί, ανάμεσα στους οποίους και πολλοί στενοί συγγενείς του, τον έκαμαν να στρέψει το ενδιαφέρον του στη μουσική και την ποίηση της Κρήτης.
Από τα 20 ως το 22 του (1967-1969) ο Μ.Σ ζει μια σκληρή δοκιμασία. Τα «δυο αδικοχαμένα χρόνια του στρατού σε συνθήκες δικτατορίας και τρομοκρατίας» όπως ο ίδιος λέει.
Αλλά η κορυφαία εμπειρία της ζωής του έμελλε να είναι άλλη: Τα 2,5 χρόνια του εγκλεισμού του στη φυλακή μετά από καταδίκη του από το στρατοδικείο Χανίων για την αντιδικτατορική του δράση.
Με πρόταση ενός άλλου σπουδαίου αγωνιστή και ποιητή του Γιώργη Καράτζη και μαζί με τον Ναπολέοντα Καράτζη και τον Νικηφόρο Σταυρακάκη -καλλιτέχνες όλοι τους, τι σύμπτωση!- ίδρυσαν την αντιστασιακή ομάδα Δημοκρατική οργάνωση Πατριωτικής Αντίστασης (ΔΟΠΑ) και άρχισαν να γκρεμίζουν τα σύμβολα της διδακτορίας, να σβήνουν τις προπαγανδιστικές της επιγραφές και να γράφουν στους τοίχους συνθήματα κατά της χούντας και υπέρ της Δημοκρατίας. Είχαν και άλλα πιο τολμηρά σχέδια αλλά η σύλληψη και η φυλάκιση τους τα ματαίωσε.
Ήταν η πιο ακριβή και πολύτιμη εμπειρία της ζωής του λέει ο ίδιος. Ήταν, 2,5 χρόνια δημιουργικής απομόνωσης, πνευματικής αναζήτησης και ιδεολογικού προβληματισμού. Και μια ευκαιρία γνωριμίας με αξιόλογους αγωνιστές και ανθρώπους.
Ακολούθησε η περιπλάνηση στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και η γνωριμία με τη γυναίκα της ζωής του την Ελένη που μαζί έκαναν δυο «εξαιρετικά κοπέλια» το Μίνω και τη Δάφνη. Αυτό ήταν το μεγάλο κέρδος αυτής της περιπέτειας, λέει ο ίδιος.
Ακολούθησαν η επιλογή της Αργυροχοίας ως επαγγέλματος και η σταδιακή προσαρμογή στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινής ζωής.
Η εκλογή και η θητεία του ως δημοτικού συμβούλου για μια 4ετία στο Δήμο Νίκος Καζαντζάκης και η συμμετοχή του στο αγροτικό συνδικαλιστικό κίνημα -ίδρυσε μαζί με άλλους τον αγροτικό σύλλογο “Μαρίνος Αντύπας” - συμπληρώνουν την ανάμιξη του Μ.Σ στα κοινά. Ευτυχής συγκυρία, όπως λέει ο ίδιος, ήταν η γνωριμία του με τον Ross Daly και τη μουσική παρέα της εποχή εκείνης. «Ο R.D, λέει ο Μ.Σ, με βοήθησε να δω την υπόθεση της μουσικής πιο σοβαρά και πιο ουσιαστικά, Διεύρυνε τους ορίζοντες μου και μ΄ έκανε να καταλάβω πως πέρα από τη μουσική των βιωμάτων μου υπάρχουν κι άλλες μουσικές συγγενικές, εξ ίσου καλές, καμιά φορά και καλύτερες, που σ΄ αγγίζουν στην ψυχή και σε κάνουν ευτυχισμένο».
Τα παραπάνω βιώματα σφράγισαν την ζωή και την προσωπικότητα του Μ.Σ και αποτελούν βασικό υπόβαθρο και μεγάλες πηγές έμπνευσης για την ποιήση του. Όχι όμως μόνον αυτά. Την ποίηση του Μ.Σ αρδεύουν επίσης πλουσιοπάροχα η μεγάλη του ευαισθησία, η πλούσια και ρωμαλέα φαντασία του και βέβαια, οι ιδέες και τα οράματα του, η ανθρώπινη και η κοινωνική του συνείδηση.
-Άνοιξε τσι φτερούγες σου περιστερόπουλο μου
Και στόλισε με λιόφουντες τσι γειτονιές του κόσμου.
Είναι η πρώτη μαντινάδα από το πρώτο του βιβλίο
Περιστέρι το σύμβολο της αγνότητας
Ελιά το σύμβολο της ειρήνης
Ενός οικουμενικού, ενός πανανθρώπινου ιδεώδους
Αγνότητα και ειρήνη:
Πόση ανάγκη δεν έχει ο τόπος και ο κόσμος και σήμερα από αυτά!
-Άκου λοιπόν προσεκτικά
Το τραγούδι της σιωπής μου
Κι αποστήθισε σωστά τη μελωδία του…….
Είναι το τελευταίο ποίημα από το τελευταίο βιβλίο του
Ένα ποίημα, μελαγχολικό, αμφίσημο, ειρωνικό, ίσως και αυτοσαρκαστικό που ασφαλώς παραπέμπει στη γνωστή ρήση:
«Τι ζητούν οι ποιητές σ΄ ένα μικρόψυχο καιρό;»
Ανάμεσα στη μαντινάδα αυτή και το ποίημα ο Μ.Σ στα 3 βιβλία του μιλάει με τρόπο περίτεχνο για πολλά και μεγάλα.
Μιλάει για τη ζωή και τον κόσμο
για την ελευθερία και τη συμβατικότητα
για τη νιότη και τη φθορά, το χρόνο που μας φθείρει,
για το χωρισμό και την απουσία
για την αγάπη και την ομορφιά,
-την ομορφιά της φύσης και της ζωής,
για την ομορφιά του Ψηλορείτη της Κρήτης και του κόσμου,
για «τω γυναικώ την ομορφιά, και των αντρώς τη πράξη»,
όπως θα έλεγε ο Κωστής Φραγκούλης,-
μιλάει για τη κοινωνία και τα δεσμά της
-ο Μ.Σ είναι ποιητής της αμφισβήτησης, ποιητής της διαμαρτυρίας-
μιλάει για τα όνειρα και τα οράματα του
και για τη μεγάλη αντιθετική συζυγία
που εμπνέει όλους τους αληθινούς ποιητές
για τον έρωτα και το θάνατο!
Έχει γράψει πολλές από τις καλύτερες ερωτικές μαντινάδες, καθώς
και πολύ συγκινητικά και φιλοσοφημένα ποιήματα για το θάνατο και τον ανθρώπινο πόνο.
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω
αλλά και από ολόκληρο το έργο του
η ποίηση του Μ.Σ είναι σπάνιας ποιότητας
Ο ποιητής διαθέτει πλούσιο ταλέντο
δυνατή φαντασία
μεγάλη παρατηρητικότητα, ευρηματικότητα και διεισδυτικότητα
βαθιά αίσθηση του μέτρου και της αρμονίας
μεγάλη αισθαντικότητα και χιουμοριστικό πνεύμα
και η ποίηση του είναι γεμάτη από ωραίες και πρωτότυπες εικόνες, παρομοιώσεις και μεταφορές, βαθύ λυρισμό, και υψηλή αισθητική.
Η ποιότητα αυτή έχει ιδιαίτερη αξία στην εποχή μας, μια εποχή κακοποίησης, εμπορευματοποίησης και ευτελισμού ακόμη και της Κρητική ποίησης και μουσικής, της πολύτιμης αυτής πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού μας.
Σε ό,τι αφορά τις επιρροές, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Γιώργης Κλάδος πρώην δήμαρχος Ανωγείων, στον πρόλογο του πρώτου βιβλίου του ποιητή, ο Μ.Σ είναι «γνώστης της λαϊκής έκφρασης και αντλεί από τη μεγάλη παράδοση της Κρητικής μαντινάδας και του Ερωτόκριτου και νομίζεις πως οι μαντινάδες του έρχονται από πολύ μακριά, πως τις έχει σμιλέψει ο χρόνος». Εύκολα επίσης μπορεί κανείς να ανιχνεύσει στα ποιήματα του επιρροές του Κωστή Φραγκούλη αλλά και άλλων ποιητών όπως του Ελύτη, του Καρυωτάκη, της Κικής Δημουλά κ.α.
Αλλά ας δούμε μερικά παραδείγματα:

ΤΟΥ ΚΕΛΙΟΥ

Μες του κελιού τη μοναξιά θέτω μα δεν κοιμούμαι
Του φεγγαριού το ξένοιαστο σεριάνι συλλογούμαι

Αυτός που μένει αδιάφορος στση λευτεριάς τα πάθη
Μοιάζει βουγιού που του `χουνε το πανοζεύλι μάθει

Σα ιδώ πουλί μες στο κλουβί, ότι πουλί κι αν έναι
Δεν ξέρω τι παθαίνουνε τα μάθια μου και κλαίνε.

Ας μην ξεχνούμε ότι και ο Αλέκος Παναγούλης όπως και πολλοί άλλοι κρατούμενοι της χούντας έγραφαν ποιήματα στη φυλακή, ενώ όλοι ασχολιόντουσαν με τη τέχνη. Οι μαντινάδες του Μ.Σ έβγαιναν με διάφορους τρόπους από τις φυλακές, μελοποιούνταν και τραγουδιόταν. Είναι, νομίζω, ένα από τα ωραιότερα πράγματα που είχαν γίνει τα χρόνια εκείνα στην Κρήτη.

Την ύστερή μου αναπνιά, στα ξεψυχίσματά μου,
Θε μου, και να την έπαιρνα στσ` αγκάλες σου, κερά μου.

Μπορούμε να παραβάλομε την μαντινάδα αυτή με τη γνωστή λαϊκή.

Αν αποθάνω κι ακουστεί φτερούγισμα κοντά σου
Είν΄ η ψυχή μου που ποθεί να μπεί στην αγκαλιά σου.

Ευλογημένο το αυτί
που ακούει το κακάρισμα
της Νιδιώτικης πέρδικας
και το κλάμα του Δία.
Πληγή και γιατρικό
το πήγαιν’– έλα του Φεγγαριού
και του Ήλιου το γέρμα…

Ένα απόσπασμα που θυμίζει Ελύτη, ατόφιο Ελύτη.

Με το να σμίγουμε συχνά στ’ ονείρου την πεζούλα
δε μου `φηκε στεγνή κλωστή τσ’ αγάπης η δροσούλα.

Το ωραίο χιούμορ του Μήτσου.
Αλλά και άλλες δύο:

Ο έρωντας με πονηριά άνοιξε την καρδιά μου
και μπήκε μια μελαχροινή, χωρίς την άδειά μου…

Αν μ’ αρνηθείς δεν πρόκειται τσι φλέβες μου να κόψω
απλώς, θ’ ανοίξω την καρδιά και θα πορίσεις όξω…

Θαυμάσιες, ερωτικές τώρα:

Ήλιε μου, κοσμογυρευτή, στάσου, καμάρωσέ τη
κι όσο μπορείς πιο τρυφερά, αχτινοχάιδεψέ τη.

Φεγγάρι, ξόμπλι τ’ ουρανού κι άστρη μου φιλντισένια,
Έχετε `σεις από ψηλά τσ’ αγάπης μου την έγνοια.

Και φιλοσοφημένες:

Ανάθεμά σε για καρδιά, όλο αφορμές γυρεύγεις,
πάντα ζυγώνεις τ’ άπιαστο κι άμα το φτάξεις, φεύγεις.

Δεν κάνω μπλιό μου όνειρα και σχέδια μεγάλα,
γιατί θα μείνουνε κι αυτά όνειρα σαν και τ’ άλλα,

Και για το χρόνο, τη φθορά για την οποία μιλάει συχνά:

Διαγούμισες τη νιότη μου, τσι φίλους μου `χεις πάρει
χρόνε πατέρα τση φθοράς, ληστή και μακελάρη.

Για τον ανθρώπινο πόνο από το συγκλονιστικό ποίημα

ΒΑΣΙΛΟΝΙΚΟΣ

Στη θύελλα της φεύγας σου χτυπιέται η μαύρη – Μάνα
σαν ραγισμένη απ’ τον καιρό μοναστηριού καμπάνα.

Και δύο στίχοι από τη βιοσοφία του:

Πάντρεψε δάκρυ και χαρά με μαστοριά
σκέψη και πράξη να βρεθούνε σ` αρμονία.

Ας δούμε τώρα ένα διάλογο με τον Κορνάρο. Λέει ο Κορνάρος:
Στη γέμωση του φεγγαριού άλλο δεντρό δεν πιάνει
μόνο τα΄ αγάπης το δεντρό που πάντα ρίζες κάνει….
Και απαντά ο Σταυρακάκης
Στου φεγγαριού τη λίγωση, έφυγε το πουλί μου
κι ένα-ν απέραντο κενό γέμισε τη ζωή μου.

Ο Μ.Σ κάνει συχνά τέτοιους διαλόγους με τον Κορνάρο, με τον Φραγκούλη και πιο πολύ με τη λαϊκή ποίηση.
Λίγοι στίχοι από το ποίημα, Ελένη, που είναι αφιερωμένο στη γυναίκα του.

ΕΛΕΝΗ

Για τις περιπλανήσεις μου, του νου μου τις αφούσες,
της φαντασίας τ’ άπιαστα, την τρέλλα της ματιάς,
δεν ήσουν πάντα σύμφωνη, μα τα κατανοούσες,
αρχοντικό μου όνειρο κι οδύνη της καρδιάς.

Ας προσέξομε το ημιστίχιο:…”μα τα κατανοούσες”.
Χωρίς κατανόηση, αμφίδρομη, ασφαλώς, μάλλον δεν μπορεί να υπάρξει συμβίωση….
Όλες οι συλλογές του Μ.Σ περιλαμβάνουν μαντινάδες και ποιήματα (ρίμες, ριζίτικα, δημοτικά κ.α.) όχι όμως ποιήματα με ελεύθερο στίχο…
Ελεύθερη είναι η γλώσσα του Μ.Σ.
Ακόμη και στην ίδια μαντινάδα μπορεί να χρησιμοποιήσει την Κρητική διάλεκτο, -πολλές φορές μάλιστα το τοπικό ιδίωμα του Ψηλορείτη-την κοινή Νεοελληνική, -και μερικές φορές- λόγιες λέξεις ή εκφράσεις. Πάντοτε, ωστόσο, ο Μ.Σ. χρησιμοποιεί τη γλώσσα με γνώση, ακρίβεια και σεβασμό, ενώ τα γλωσσάρια της Κρητικής διαλέκτου που παραθέτει στο τέλος όλων των βιβλίων του είναι ιδιαίτερα προσεγμένα και αξιόπιστα και αποθησαυρίζουν σπάνιες λέξεις..
Η χρήση αυτή της γλώσσας συνιστά ήδη μια ιδιοτυπία του Μ.Σ. μια ανυπακοή , μια απειθαρχία στα καθιερωμένα. Παρόμοια συμβαίνουν και με τη θεματολογία, το περιεχόμενο των ποιημάτων του.
Ποιήματα του π.χ. με τη φόρμα του ριζίτικου έχουν περιεχόμενο ερωτικό και όχι επικό ή δραματικό, όπως συνήθως συμβαίνει. Είναι μια άλλη υπέρβαση, μια άλλη απειθαρχία μια άλλη ιδιοτυπία του Μ.Σ.
Αλλά και άλλου είδους ανυπακοή, ανυπακοή στον συρμό, συναντούμε στη ποίηση του Μ.Σ. και μάλιστα σε όλη της την έκταση.
Όλα τα ποιήματα του είναι κατανοητά, έχουν νοήματα προσιτά, καθαρά, διαυγή, σε αντίθεση με την «μοντέρνα» ποίηση, που είναι σκοτεινή», «κρυπτική», σιβυλλική, νεφελώδης, ακατανόητη!
Μήπως οι κριτικοί της λογοτεχνίας του πάλαι ποτέ κλεινού Άστεως που διαπιστώνουν την κρίση αυτή και μιλούν για την ανάγκη αναπροσανατολισμού και επαναμάγευσης της ποίησης πρέπει να ρίξουν μια ματιά και στην Ελληνική Περιφέρεια για να δουν ότι εκεί υπάρχουν ακόμη μεγάλες νησίδες όπου θάλλει η πραγματική ποιήση, η πραγματική μουσική και η γνήσια τέχνη;
Αλλά και ως προς την κατάταξη του ο Μ.Σ. συνιστά ιδιοτυπία. Δεν είναι ούτε λαϊκός ούτε μοντέρνος ποιητής! Είναι απλά ποιητής και μάλιστα σπουδαίος, είναι ο εαυτός του, είναι ένα ιδιόμελο τροπάριο μιας μεγάλης γιορτής..
Αλλά η μεγαλύτερη ιδιοτυπία, το βαθύτερο χαρακτηριστικό του Μ.Σ. είναι άλλο.
Η ποίηση του χωρίς να είναι στρατευμένη αλλά με ένα τρόπο ελεύθερο, πηγαίο, βαθύ, εξεγείρεται, αντιστέκεται, καταγγέλλει, διαμαρτύρεται μάχεται, πολεμά το κακό, το άδικο, το ανελεύθερο, το άσχημο, το υποκριτικό κάθε είδους τυραννία και σύμβαση, πολιτική, κοινωνική ηθική, ανθρώπινη. Η ποίηση του στους δύσκολους αυτούς καιρούς κάνει ανταρσία, κάνει πόλεμο, κάνει αντίσταση. Και, -ας το μνημονεύσομε, -ένας σοφός ιστορικός ο Νίκος Σβορώνας έλεγε ότι η διαχρονική ιδιότητα η βαθύτερη ουσία του ελληνισμού είναι η αντίσταση. Ο ελληνισμός από παλιά αντιστέκεται και τότε είναι οι μεγάλες του ώρες. Δυστυχώς, ίσως, μόνο τότε …..

Ας δούμε, λοιπόν, μερικά παραδείγματα:

Μέσα σου θέλω να κρυφτώ, ψυχή να μη με βλέπει,
αλάργο `που τσι λογικές και του ντουνιά τα πρέπει.

Από το ποίημα:
ΒΑΣΙΛΟΝΙΚΟΣ

Είχες το σείσμα ζαρκαδιού μπόι κυπαρισσένιο,
αντάρτικη περπατησιά χαμόγελο θλιμένο.

Από άλλα ποιήματα:

Φίδια με χίλιες κεφαλές και πύρινα γλωσσίδια
οι μέρες που διαβαίνουνε χωρίς να μυριστείς
δημιουργίας τον ανθό και δεν καταλυθείς
σε μάχες αμφισβήτησης και ερωτικά παιχνίδια.

…στα βάθη μέσα να θαφτούν του Μέγα Ωκεανού
των βιαστών – του έρωτα και τσ’ ομορφιάς – τ’ ασκέρια.

Μαντινάδες:

Με των πολλώ τη λογική δεν συφωνώ καθόλου
βγαίνω απ` τη στράτα του Θεού και μπαίνω στου διαόλου.

Θα φύγω, θα ξενητευτώ, θ’ αφήσω αυτά τα μέρη,
να βρω την άκρη του ντουνιά να την-ε κάμω ταίρι.

Από ποιήματα:

Την Κίρκη την αγνόησα, τα κάλλη των σειρήνων,
όχι πως δε με θέλγουνε τα πάθη των θνητών,
αλλά γιατί με συγκινεί πάντα η στάση εκείνων,
που προκαλεί συνειδητά την μήνι των Θεών.

Τ’ άσκημο, όμορφο φαντάζει,
κυριαρχεί το ευτελές,
τη ζήση μας εξουσιάζει,
το ψέμμα και ο χαβαλές.

Άλλαξε της ζωής ο μύθος,
δεν είν’ ως ήτονε παλιά,
γίναν φιλότιμο και ήθος,
αποδημητικά πουλιά.

Πόσο, δυστυχώς, ακριβής εικονογράφηση της εποχή μας…..
Μια βαθιά «καταστατική» αρχή:

Ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει με τη βία,
μόνο με άδολη αγάπη και παιδεία,
η ύπαρξή μας αποκτά ουσία,
και καταργείται κάθε εξουσία.

Και μια οργισμένη, απελπισμένη, αντάρτικη κίνηση -καταγγελία

Πάνω `ς τα όρη θ’ ανεβώ,
αλύπητα να χτυπηθώ με τους ανέμους,
να κουβεντιάσω με τσ’ αητούς,
πίσω ν’ αφήσω τους θνητούς, τους βολεμένους.

Από το ποίημα Ο ΜΙΧΑΛΟΣ

Είχες περίσσια υπομονή, πλατειά καρδιά στα στήθια,
ο λόγος σου ήταν μεστός και ανατρεπτικός,
πάντα πιστός τσ’ ιδέες σου και την δική σου αλήθεια,
και σε στιγμές απρόβλεπτες, βαθειά ερωτικός.

Ανατρεπτικός, ερωτικός, δυο λέξεις κλειδιά.
Οι στίχοι αυτοί αναφέρονται στον Μίχαλο Σταυρακάκη έναν μεγάλο, έναν υπέροχο αγωνιστή, ποιητή και λόγιο του Ψηλορείτη. Εικονογραφούν, όμως τέλεια και τον ίδιο το Μήτσο Σταυρακάκη, που αποτελεί ζωντανή συνέχεια, πραγματική μετεμψύχωση του μυθικού Μίχαλου.
Αν λάβομε υπόψη ότι η ποίηση και η ζωή, ο λόγος και η πράξη του Μ.Σ. -όπως άλλωστε προκύπτει και από την βιογραφία και την κοινωνική του παρουσία -βρίσκονται σε πλήρη αρμονία δεν νομίζω ότι χρειάζεται τίποτα άλλο για να δικαιολογήσομε τον τίτλο της ομιλίας αυτής:
Μήτσος Σταυρακάκης
Ένας αντάρτης της ζωής και της ποίησης
Πριν τελειώσω ως παλιός εργάτης της αυτοδιοίκησης και φίλος των γραμμάτων, θα ήθελα να συγχαρώ θερμά τον Δήμο Ν. Καζαντζάκης τον φιλόμουσο, άξιο δήμαρχο Ρούσο Κυπριωτάκη για τη διοργάνωση της εκδήλωσης αυτής και τον Μ. Σ. για τη ζωή και το έργο του για το ήθος και την προσφορά του.
Στους δύσκολους αυτούς καιρούς της φθοράς και της μοίρας, στους καιρούς της βαθιάς κρίσης που βιώνομε και που απειλεί τα θεμέλια της κοινωνίας και της πολιτείας μας, στους καιρούς της αλλοτρίωσης της εμπορευματοποίησης και του ευτελισμού των πάντων, στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης και της νέας τάξης, της νέας υποδούλωσης δηλαδή, ο Μ.Σ η ωραία και ανυπότακτη αυτή μορφή που σαν τις μαντινάδες του, μοιάζει να έρχεται από πολύ μακριά, ο Μ.Σ με το λόγο και την πράξη του παραμένει όρθιος στα μετερίζια της Κρήτης, της Κρήτης των αγώνων του πολιτισμού και του ήθους και χορεύει, χορεύει και τραγουδά αλλοπαρμένος, σαν αρχαίος Κουρήτης, χορεύει στα ξέφωτα της χαράς, της ομορφιάς και του έρωτα, του έρωτα και του ονείρου των ανθρώπων, όπου γής.
Μάχεται για ν΄ ανθίσει ένα μικρό λουλούδι πάνω στο λίπασμα της σάρκας και του νου μας, όπως λέει ο Νίκος Καζατζάκης ότι είναι το χρέος μας.
Είναι μια όρθια συνείδηση, ένα φωτεινό σημείο στον ορίζοντα,
ένας βράχος ασάλευτος καταμεσής της Κρήτης.
Γιατί ξέρει πως «Κάποιοι πρέπει να κρατήσουν
σαν σημεία αναφοράς
σαν ριζιμιά χαράκια
για να αναγνωριστεί το τοπίο
μετά τον κατακλυσμό.»
Και ας κλείσομε με ένα έμμετρο χαιρετισμό.

Ώρα καλή σου, ποιητή, αητέ του Ψηλορείτη.
Να ζήσεις να σε χαίρεται ο κόσμος κι όλη η Κρήτη.
Άξιος!

*Ο Νίκος Πετράκης είναι πρώην δήμαρχος Σητείας. Το κείμενο είναι βασισμένο στην ομιλία που έκαμε στις 16-07-2008 στο Χουδέτσι στην εκδήλωση για την ποίηση και τη μουσική του Μήτσου Σταυρακάκη που οργ
άνωσε ο Δήμος Νίκος Καζατζάκης